archive-com.com » COM » G » GRECOANTICO.COM

Total: 682

Choose link from "Titles, links and description words view":

Or switch to "Titles and links view".
  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    m ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI Ι ι τό Ἰαστί avv ἰά ᾶς ἡ ἰατήρ ῆρος ὁ ἰά ἰῶν τά ἰατορία ας ἡ ἴα ἰατός ή όν ἰαί int ἰατραλειπτική ης ἡ ἰαιβοῖ int ἰατρεία ας ἡ ἰαίνω fut ἰανῶ aor ἴηνα aor Pass ἰάνθην ἰατρεῖον ου τό Ἰακός ή όν ἰάτρευσις εως ἡ ἰακχάζω v ἰατρεύω v Ἰακχεῖον ου τό ἰατρική ἡ ἰακχέω v ἰατρικόν τό ἰακχή ῆς ἡ ἰατρικός ή όν ἴακχος ον ἰατρόμαντις εως ὁ Ἴακχος ου ὁ ἰατρός ου ὁ ἡ ἰάλεμος ου ὁ ἰατροτέχνης ου ὁ ἰάλλω fut ἰαλῶ aor ἴηλα ἰατταταῖ int ἰαλτός ή όν ἰατταταιάξ int Ἰαλυσός ου ἡ ἰαῦ int ἴαμα ατος τό ἰαυοῖ int ἰαμβεῖον ου τό ἰαύω imprf ἴαυον iterat ἰαύεσκον ἰαμβεῖος α ον ἰαχέω v ἰαμβειοφάγος ὁ ἰαχή ῆς ἡ ἰαμβική ἡ ἰάχημα ατος τό ἴαμβος ου ὁ ἰάχω v Ἴανες ων οἱ Ἰαωλκός

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=I (2016-02-15)
    Open archived version from archive


  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    i κ k λ l μ m ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI Κ κ τό καθαιρετέος α ον κ καθαιρέτης ου ὁ κα καθαιρέω fut ήσω aor καθεῖλον Κάβαλες ων οἱ καθαίρω fut καθαρῶ aor ἐκάθηρα e anche ἐκάθαρα prf Pass κεκάθαρμαι aor Pass ἐκαθάρθην Καβάλιοι ων οἱ καθάλλομαι v Καβαλίς ίδος ἡ κάθαμμα ατος τό καββαλική ἡ καθάπαν avv κάββαλλε καθάπαξ avv Κάβειρα τά καθάπερ Καβησόθεν avv καθάπτω v Καβύλη ης ἡ καθαρεύω v κάγ γόνυ καθαρίζω v κάγκανος ον καθάριος agg κάγκελ λ ον ου τό καθαριότης ητος ἡ καγχάζω v καθαρισμός οῦ ὁ καγχαλάω v καθαρίως avv κἀγώ v κάθαρμα ατος τό κάδ καθαρμόζω v κάδδιχος ου ὁ καθαρμός οῦ ὁ καδδραθέτην f verb καθαρός ά όν καδδῦσαι καθαρότης ητος ἡ καδίσκος ου ὁ καθάρσιον τό καδμεία ας ἡ καθάρσιος ον Καδμεία ας ἡ κάθαρσις εως ἡ Καδμεῖος α ον καθαρτήριον τό

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=K (2016-02-15)
    Open archived version from archive

  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI Λ λ τό λαγών όνος Λαΐειος α ον λαγῷος α ον λᾶας ὁ λαγωός οῦ ὁ λάβδα τό λαγώς λαγῶς ώ ὁ Λαβδάκειος α ον λάδανον ου τό Λάβδακος ου ὁ Λάδη ης ἡ λαβεῖν f verb Λαέρτης ου ὁ λάβεσκον f verb Λαερτιάδης λαβή ῆς ἡ Λαέρτιος ου ὁ λάβῃσι f verb λάζομαι v Λαβίνιον ου ὁ λάζυμαι v λαβραγόρης ου ὁ λάθα ἡ Λάβρανδα ων τά λαθεῖν f verb λάβραξ ακος ὁ λαθέμεν λαβρεύομαι v λαθικηδής ές λάβρον avv λαθίπονος ον λάβρος ον λαθίφθογγος ον λαβροστομέω v λᾶθος εος τό λαβρόσυτος ον λαθοσύνη ης ἡ λάβρως avv λάθρᾳ avv λαβύρινθος ου ὁ λαθραῖος α ον ος ον λαγαρός ά όν λαθραίως avv λαγαρύζομαι v λάθριος ον Λάγγων ωνος ὁ λάθυρος ου ὁ λάγινος η ον Λαιαῖοι ων οἱ λάγιον ου τό λᾶϊγξ ϊγγος ἡ λαγνεία ας ἡ λαίθαργος

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=L (2016-02-15)
    Open archived version from archive

  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    m ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI Μ μ τό μαζός οῦ ὁ μ Μαζουσία ας ἡ μά μαθεῖν f verb μᾶ int μαθεῦμαι f verb μάγαδις δος ἡ μάθημα ατος τό μαγάς άδος ἡ μαθηματική ἡ μαγγανεία ας ἡ μαθηματικός ή όν μαγγάνευμα ατος τό μαθηματοπωλική ἡ μαγγανευτική ἡ μαθηματοπωλικός ή όν μαγγανεύω v μάθησις εως ἡ Μάγδολος ἡ μαθήσομαι v μαγεία ας ἡ μαθητέος α ον μαγειρεῖον ου τό μαθητεύω v μαγειρική ἡ μαθητής οῦ ὁ μαγειρικός ή όν μαθητιάω v μαγειρικῶς avv μαθητικός ή όν μάγειρος ου ὁ μαθητός ή όν μαγέτας ὁ μάθος εος ους τό μάγευμα ατος τό μαθών f verb μαγευτική ἡ μαῖα ας ἡ μαγευτικός ή όν Μαῖα ας ἡ μαγεύω v Μαίανδρος ου ὁ μαγικός ή όν Μαιάς άδος ἡ Μαγικός ὁ Μαῖδοι ων οἱ Μάγνης ητος ὁ μαιεία ας ἡ Μάγνης ητος ὁ μαίευμα ατος τό Μαγνησία

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=M (2016-02-15)
    Open archived version from archive

  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    q ι i κ k λ l μ m ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI Ν ν τό Ναρθάκιον ου τό νᾶας ναρθηκοπλήρωτος ον Ναβαταῖοι ων οἱ ναρθηκοφόρος ον Ναζαρηνός ου ὁ ναρθηκοφόρος ὁ Ναζωραῖος ου ὁ νάρθηξ ηκος ὁ Ναθώς ῶ ἡ ναρκάω v ναί avv νάρκη ης ἡ ναιετάω v νάρκισσος ου ὁ ἡ ναίκι ναρκώδης ες νάϊος α ον Νάρνεια ας ἡ Ναΐς ΐδος ἡ νᾶς s femm ναίχι avv Νασαμῶνες ων οἱ ναίω v νάσθη ναίω νασμός οῦ ὁ νάκη ης ἡ νᾶσος ἡ νάκος εος ους τό νᾶσσα ἡ νακτός ή όν νάσσω v νᾶμα ατος τό ναστός ή όν ναματιαῖος α ον ναυαγέω v ναμερτ ναυαγία ας ἡ ναμερτής ναυάγιον ου τό νᾶνος ου ὁ ναυαγός όν νανοφυής ές ναυαρχέω v νανώδης ες ναυαρχία ας ἡ Νάξιοι οἱ ναυαρχίς ίδος ἡ Ναξιουργής ές ναύαρχος ου ὁ Νάξος ου ἡ ναυβάτης

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=N (2016-02-15)
    Open archived version from archive

  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    q ι i κ k λ l μ m ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI Ξ ξ τό ξένισις εως ἡ ξαίνω fut ξανῶ aor ἔξηνα aor Pass ἐξάνθην prf Pass ἔξασμαι ed ἔξασμαι ξέω ξενισμός οῦ ὁ ξανθίζω v ξενιτεύομαι Ξάνθιον nome pr nt ξενιτεύω v ξανθοδερκής ές ξενοδαΐκτης ου ὁ ξανθόθριξ τριχος ὁ ἡ ξενοδαίτης ου ὁ ξανθοκόμης ου ὁ ξενοδοκέω v ξανθός ή όν ξενοδόκος ον Ξάνθος ου ὁ ξενοδοχέω v Ξάνθος ου ἡ ξενοδοχία ας ἡ ξανθόχροος ον ξενόεις ξάντης ου ὁ ξενοκτονέω v ξαντική ἡ ξενοκτονία ας ἡ ξαντικόν τὸ ξενοκτόνος ον ξαντικός ή όν ξενολογέω v ξειναπάτης ξενολόγος ον ξεινήϊον τό ξενόομαι v ξεινίζω ξενόομαι v ξείνιος α ον ξένος η ον ξεινοδοκέω v ξένος ου ὁ ξεινοδόκος ον ξενόστασις εως ἡ ξεινοκτονέω v ξενοσύνη ης ἡ ξεινόομαι ξενότιμος ον ξεῖνος ξενοτροφέω v ξεινοσύνη ης ἡ ξενοφονέω v ξεναγέτης ου

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=X (2016-02-15)
    Open archived version from archive

  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    ι i κ k λ l μ m ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI Ο ο τό ὀγκηρός ά όν ὁ ἡ τό ὄγκιον ου τό ὁ ἡ τό ὄγκος ου ὁ ὅ ἥ τό ὀγκόω v ὅ pron ὀγκύλλομαι v ὀ pref ὀγκώδης ες ὀά ὀᾶ int ὀγμεύω v ὄαρ αρος ἡ ὄγμος ου ὁ ὀαρίζω v Ὀγχηστός οῦ ἡ ὀαρισμός οῦ ὁ ὄγχνη ης ἡ ὀαριστής οῦ ὁ ὁδαγός οῦ ὁ ὀαριστύς ύος ἡ ὁδαῖα τά ὄαρος ου ὁ ὁδαῖος α ον ὀβελίας ου ὁ ὀδάξ avv ὀβελίζω v ὀδάξω v ὀβελίσκος ου ὁ ὁδάω v ὀβελός οῦ ὁ ὅδε ἥδε τόδε ὀβολός ου ὁ ὀδελός οῦ ὁ ὀβολοστάτης ου ὁ ὁδεύω v ὀβολοστατική ἡ ὁδηγέω v ὀβρίκαλα ων τά ὁδηγός οῦ ὁ ὀβριμοδερκής ές ὁδί ὀβριμοεργός όν ὅδιος ον ὀβριμόθυμος ον ὅδισμα ατος τό ὀβριμοπάτρη ἡ ὀδμή ῆς ἡ ὄβριμος ον ος e

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=O (2016-02-15)
    Open archived version from archive

  • DIZIONARIO GRECO ANTICO - Greco antico - Italiano
    e ζ z η h θ q ι i κ k λ l μ m ν n ξ x ο o π p ρ r σ ς s τ t υ y φ f χ c ψ j ω w Sfoglia il dizionario Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Hai problemi con i font greci CLICCA QUI πα πᾷ πάγξενος ον πᾶα παγόλυτον Παγασαί ῶν αἱ πάγος ου ὁ Παγασίτης ου ὁ πάγουρος ου ὁ Πάγγαιον Παγγαῖον ου τό παγχάλεπος ον παγγέλοιος ον παγχάλκεος ον παγγενεί avv πάγχαλκος ον παγγλυκερός ά όν πάγχρηστος ον παγγλωσσία ας ἡ πάγχριστος ον πάγεν παγχρύσεος ον παγετός οῦ ὁ πάγχρυσος ον παγετώδης ες πάγχυ avv πάγη ης ἡ παγῶ παγιδεύω v Παδαῖοι ων οἱ πάγιος α ον παδάω v παγίς ίδος ἡ Πάδος ου ὁ παγίως avv παθέειν παγκαίνιστος ον πάθη ης ἡ πάγκακος ον πάθημα ατος τό παγκάκως avv παθητικός ή όν πάγκαλος ον παθητός ή όν παγκάλως avv πάθος εος ους τό πάγκαρπος ον παιάν ᾶνος ὁ παγκατάμικτος ον Παιάν ᾶνος ὁ παγκατάρατος ον Παιανία ας ἡ παγκευθής ές Παιανιεύς έως ὁ πάγκλαυστος ον

    Original URL path: http://www.grecoantico.com/dizionario-greco-antico.php?browse=P (2016-02-15)
    Open archived version from archive



  •